αστέρι

Ονομασία τεσσάρων οικισμών. 1. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 20 μ., 315 κάτ.) στην πρώην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Βρίσκεται στην εύφορη πεδιάδα του Έλους. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Έλους. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 420 μ., 34 κάτ.) στην πρώην επαρχία Γυθείου του νομού Λακωνίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Γυθείου. 3. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 80 μ., 109 κάτ.) του νομού Ρεθύμνης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αρκαδίου. 4. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 220 μ., 89 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πατρών του νομού Αχαΐας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Φαρρών.
* * *
το (Μ ἀστέριον)
φωτεινό ουράνιο σώμα
νεοελλ.
1. ο αυγερινός
2. «τ' αστέρι τού βοριά» — ο πολικός αστέρας
3. έξοχος, ο καλύτερος απ' όλους («αστέρι μέσ' στη γειτονιά»)
4. διακριτικό του βαθμού των αξιωματικών προσαρμοσμένο στην επωμίδα
5. ονομασία παιδικού παιχνιδιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. άστρο].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αστέρι — [астэри] ουσ. о. звезда …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αστέρι — το βλ. αστέρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀστέρι — ἀστήρ star masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀστερ' — Ἀστερί , Ἀστερίς fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀστέρ' — Ἀστερί , Ἀστερίς fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αλγερία — I (Αστρον.).Αστεροειδής που το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 14,6, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 10,5. II Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • άστρο — και άστρι και αστρί, το (AM ἄστρον) 1. το αστέρι 2. ο έξοχος, ο υπέροχος («αυτός είναι άστρο», «Ἀκροκόρινθον Ἑλλάδος ἄστρον») νεοελλ. 1. ο αστερισμός, το ζώδιο κάθε ανθρώπου («γεννήθηκε σε καλό άστρο») 2. α) «άστρο της ημέρας» ο ήλιος β) «άστρο… …   Dictionary of Greek

  • αστερώνω — (Α ἀστερῶ, όω) [αστήρ] Ι. νεοελλ. 1. στολίζω κάτι με άστρα 2. γεμίζω αστέρια («αστέρωσε ο ουρανός») αρχ. μεταμορφώνω κάποιον ή κάτι σε αστέρι II. ( ώνομαι) μεταμορφώνομαι σε αστέρι αρχ. ( ούμαι) γεμίζω άστρα νεοελλ. (μτχ.) αστερωμένος… …   Dictionary of Greek

  • ημισέληνος — Το ημικυκλικό σχήμα της Σελήνης που εμφανίζεται στο πρώτο ή στο τελευταίο της τέταρτο (αλλιώς, μισοφέγγαρο). Οι Σουμέριοι και οι Ακάδιοι λάτρευαν τη Σελήνη με την ονομασία Σιν, παριστάνοντάς την άλλοτε με τα χαρακτηριστικά γενειοφόρου άνδρα και… …   Dictionary of Greek

  • ισάστερος — ἰσάστερος, ον (Α) αυτός που μοιάζει με αστέρι, λαμπρός σαν αστέρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο) * + άστερος (< ἀστήρ), πρβλ. ελικ άστερος, επτ άστερος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.